Γέφυρες με Σεβασμό ( ; ) στο Στόχο ( ; )

0
Γέφυρες με Σεβασμό (;) στο Στόχο (;)

Η Ελληνική Πρεσβεία βρίσκεται σε αρκετά κοντινή απόσταση από τον κεντρικό σταθμό των Βρυξελλών. Κατεβαίνοντας από το τρένο μπορεί κανείς, με γρήγορο περπάτημα παρά την έντονη ανηφόρα, να βρεθεί μέσα σε δέκα λεπτά στο κτίριό της.

Κάπως έτσι έκανα και εγώ, έχοντας φύγει βιαστικός από τη δουλειά για να προλάβω την εκδήλωση για τις «Γέφυρες Γνώσης & Συνεργασίας» που οργανώθηκε στις εγκαταστάσεις της Ελληνικής Πρεσβείας την 1η Φεβρουαρίου του 2018.

Ομιλητές, ο Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας, Καθηγητής Λόης Λαμπρίδης και η Διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, Δρ. Εύη Σαχίνη.

Αμφότεροι, επωμισμένοι με το θεάρεστο έργο να παρουσιάσουν την πρωτοβουλία αυτής της πλατφόρμας που σκοπό, απ’ ότι φαίνεται, έχει να συνδέσει τον εξειδικευμένο απόδημο Ελληνισμό με Ελληνικές επιχειρήσεις και αντίστροφα.

Είχα αποφασίσει να φορέσω το εποικοδομητικό μου καπέλο εκείνο το απόγευμα. Παρά τις αναμνήσεις σχεδόν δέκα ετών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με όσα ψυχικά και ιδεολογικά τραύματα προκλήθηκαν, αποφάσισα να διατηρήσω θετική διάθεση.

Εν τέλει, επρόκειτο για σύνδεση της Ελλάδας με εξειδικευμένους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν για μία σειρά από λόγους που όλοι έχουμε ακούσει από γνωστούς, συγγενείς, ή φίλους.

Ακούγεται τουλάχιστον ρομαντική πρωτοβουλία να συμβάλει κανείς στην επαναγεφύρωση τέτοιων δεσμών.

Η αίθουσα της Πρεσβείας ήταν ιδιαίτερα φωτεινή. Ένας βιομηχανικός ανεμιστήρας (πολύ κοντά σε αυτόν που χρησιμοποιεί κανείς μετά την ελαιοχρωματική εργασία), έδινε τη μάχη με την ανακύκλωση του αέρα μέσα στο χώρο. Ταυτόχρονα, σιγόνταρε τα πνεύματα της εκδήλωσης με έναν καθησυχαστικό βόμβο.

Δίπλα του, ακουμπισμένα σε ένα τραπέζι, ενημερωτικά φυλλάδια σχετικά με το πρόγραμμα «Γέφυρες». Οι καρέκλες, στραμμένες προς την καχεκτική δέσμη ενός προτζέκτορα. Δεν χρειαζόταν μεταπτυχιακό δίπλωμα σε προχωρημένα θέματα οπτικής για να καταλάβει κανείς ότι ήταν τοποθετημένος πολύ κοντά στον τοίχο.

Αυτή η σουρεαλιστική προσέγγιση δημιουργούσε ένα οπτικό αποτύπωμα διαστάσεων χαρτιού μεγέθους Α0 στην καλύτερη περίπτωση, κάνοντας τις προβαλλόμενες διαφάνειες μάλλον δυσδιάκριτες. Πίσω από όλα αυτά, ένας μεγάλος πάγκος υποδοχής, με λούστρο εξαιρετικής ποιότητας, ωστόσο εμφανώς παλαιότερο απόκτημα και ελάχιστα χρησιμοποιημένο.

Κινήθηκα πίσω από τις καρέκλες και τον πάγκο. Αρνήθηκα ευγενική προσφορά υπαλλήλου της Πρεσβείας για εκ νέου προμήθεια καρέκλας πίσω από γειτονικό παραβάν.

Εξ άλλου, ήθελα να χρησιμοποιήσω το όποιο ανάστημά μου για να εποπτεύσω προσεκτικά τόσο τους ομιλητές όσο και το κοινό.

Είχα αργήσει περίπου 10 λεπτά, και ο Καθηγητής είχε ήδη ξεκινήσει την ομιλία του. Μιλούσε με ήρεμη φωνή και φαινόταν ότι είχε τουλάχιστον κάποια συναισθηματική σύνδεση με το αντικείμενο της ομιλίας του, γεγονός που έκανε τον λόγο του εν γένει πειστικό.

Ήταν ωστόσο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του ότι προηγούμενοι αναπτυξιακοί νόμοι έδωσαν έμφαση σε αντικείμενα μέτριας εξειδίκευσης. Ο consultant που υποστήριξε την χάραξη της νυν αναπτυξιακής πολιτικής είχε εμφανώς κάνει, τουλάχιστον επί της αρχής, τη δουλειά του.

Ο τρόπος επίδοσης αναπτυξιακών κινήτρων στο παρελθόν φάνηκε επίσης λίγο απερίσκεπτος. Απ’ όσο άκουσα, τα τωρινά κίνητρα φοροαπαλλακτικής φύσεως φαίνεται να είναι περισσότερο προσγειωμένα. Μέχρι να αλλάξει η σκυτάλη των ομιλητών βρήκα ευκαιρία να στρέψω την προσοχή μου στο κοινό.

Μέσος όρος ηλικιών περί τα σαράντα, σε πληθυσμό περίπου εκατό ατόμων. Ίση εκπροσώπηση των δύο φύλλων, στην πλειονότητά τους ευρωκράτες και άνθρωποι που μάλλον ενημερώθηκαν για την εκδήλωση από την ισοδύναμή της στην Ευρωβουλή την προηγούμενη ημέρα.

Νέοι επιστήμονες (θα τους ορίσω ως κάτω των τριάντα ετών με εμφανώς διδακτορικού επιπέδου σπουδές) θα ήμουν επιεικής αν έλεγα ότι είμασταν το πολύ πέντε σε αριθμό. Υπήρχε μία μικρή μειοψηφία ανθρώπων που δεν είχαν την ενδυμασία υπαλλήλου γραφείου αλλά φαίνονταν ιδιαίτερα άνετοι στο χώρο της Πρεσβείας.

Δεν πρόλαβα ούτε θέλησα να διερευνήσω περαιτέρω μιας και η ομιλήτρια ήταν έτοιμη να πάρει θέση. Τουλάχιστον, ένας από αυτούς είχε την λεπτότητα να κλείσει τον θορυβώδη βιομηχανικό ανεμιστήρα, ώστε να ακούμε λίγο καλύτερα.

Η Διευθύντρια δεν χρησιμοποίησε slides. Ο λόγος ήταν σαφώς πιο πολιτικός, κοσμούμενος από επίκληση σε στατιστικές και έρευνες του Κέντρου που διευθύνει, σχετικά με τον ακαδημαϊκό πληθυσμό που έχει φύγει από την Ελλάδα.

Εκτενής αναφορά στη ιστοσελίδα των «Γεφυρών» [1], παρ’ όλο που ο χώρος δεν προσέφερε σύνδεση στο διαδίκτυο (!!). Ακούστηκαν αριθμοί για διάφορα πράγματα, τους οποίους αντανακλαστικά φρόντισα να ξεχάσω αμέσως.

Πέραν της απουσίας στήριξης των αριθμών από κάποια πηγή (έστω και αποσπασματική παράθεση), η εκφορά της ομιλήτριας δεν με έβαλε καν στη διαδικασία να αφήσω τους διανοητικούς μου φραγμούς να πέσουν και να εμπνευστώ από ανυποστήρικτες δηλώσεις. Ωστόσο η ομιλία της ήταν φυσική, είχε άνεση λόγου και τόνο που ενέπνεε ηρεμία και πολιτισμένη συζήτηση, πράγμα και που ακολούθησε.

Με αναμνηστική διάθεση σχολικού «φυτού», έκανα την πρώτη ερώτηση: «Ποιοι είναι οι ποσοτικοί στόχοι σας για τις «Γέφυρες»; Έχετε θέσει κάποιους και αν ναι, πόσο μακριά βρίσκεστε από την επίτευξή τους

Η Διευθύντρια ανέλαβε να απαντήσει με φράση που ενέπνευσε τον τίτλο του κειμένου. Επικαλέστηκε σεβασμό στο στόχο που την ωθεί στο να μην εναποθέσει βιαστικά κάποιον αριθμό ως ποσοτική στοχοθεσία.

Έγιναν κάποιοι ενδιαφέροντες ελιγμοί σχετικά με τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «στόχος» και «σκοπός», τους οποίους, ομολογώ, δεν είχα την υπομονή να ακολουθήσω. Για παρόμοιο λόγο, φρόντιζα να επισκέπτομαι τις Συνελεύσεις του Φοιτητικού Συλλόγου της Σχολής μου μάλλον σπάνια.

Σε κάθε περίπτωση, κατόπιν σύντομης δευτερολογίας και από τις δύο πλευρές, η Διευθύντρια ομολόγησε πώς ένας διψήφιος, περί το 20, αριθμός συνεργασιών, γεφυρωμένων από την εν λόγω πλατφόρμα, θα χαροποιούσε ιδιαίτερα τους συντελεστές της.

Έγιναν περίπου δεκαπέντε ακόμα ερωτήσεις, κατά τις οποίες ήταν σαφές ότι οι ομιλητές είχαν έρθει με διάθεση να ακούσουν και να αλληλοεπιδράσουν με το ακροατήριο.

Εξ άλλου, οι «Γέφυρες» δεν έχουν κλείσει ακόμα ούτε ένα χρόνο ζωής και ήταν μάλλον αισθητή η ανάγκη των δύο συντελεστών να ενημερώσουν και να καταλάβουν πώς μπορούν να προσεγγίσουν τον απόδημο και εξειδικευμένο Ελληνισμό.

Ειπώθηκε κατ’ επανάληψη (θα παραφράσω εδώ) πως οι «Γέφυρες» δεν είναι πρόγραμμα με την αυστηρή έννοια του όρου, παρά μία πρωτοβουλία. Και ταυτόχρονα, οι ομιλητές απευθύνθηκαν στο κοινό για σχόλια ως προς το πώς μπορούν να βελτιώσουν την εν λόγω πλατφόρμα.

Ορμώμενος από την διάθεση για σεβασμό προς στο στόχο της Διευθύντριας, και χωρίς να πρόκειται περί προσωποπαγούς απάντησης (η οποία εξ άλλου δόθηκε δημοσίως στην εκδήλωση), νομίζω ότι όχι μόνο δεν υπάρχει στόχος, αλλά, κατά συνέπεια, είναι μάλλον δύσκολο να υπάρξει και σεβασμός.

Και εξηγούμαι: Είναι ασφαλές να θεωρήσουμε ότι η συγκεκριμένη πλατφόρμα υλοποιείται με ποσά Ευρωπαίων (και κατά συνέπεια Ελλήνων) φορολογούμενων. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ενός καλά προσδιορισμένου στόχου είναι, σε πρώτη φάση, χρέος σεβασμού προς τους πολίτες.

Εμποτισμένος από την Βελγική κουλτούρα παραχωρήσεων, θα δεχθώ ότι στόχος της πλατφόρμας είναι σε πρώτη φάση η ενημέρωση και σε δεύτερη φάση (ίσως πιο βαθιά στο μέλλον) η δημιουργία χειροπιαστής αξίας (value) από αυτή τη διαδικασία. Ως ένδειξη σεβασμού προς το στόχο λοιπόν, η ενημέρωση θα πρέπει να είναι αποτελεσματική, πράγμα που κατ’ αρχάς προϋποθέτει επίγνωση του ακροατηρίου.

Η ιστοσελίδα αυτής της πρωτοβουλίας βρίθει από τα παραδοσιακά σχήματα δημόσιας χρηματοδότησης, μεταξύ άλλων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αν σεβόμαστε λοιπόν το στόχο της ενημέρωσης, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε. Αυτός που πρέπει να πεισθεί είναι ο Έλληνας και η Ελληνίδα του εξωτερικού, που πολύ καλά γνωρίζουν την ευρωστία και σταθερότητα προγραμμάτων όπως, παραδείγματος χάριν, το Horizon 2020 (παλαιότερα τα FP7, FP6, κλπ.) και το ΕΣΠΑ.

Ίσως μάλιστα τέτοιες εργασιακές εμπειρίες να τους ώθησαν στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους Εταίρους, ο εξειδικευμένος απόδημος Ελληνισμός γνωρίζει άριστα το ποιόν της Ελληνικής ακαδημίας, επιχειρηματικότητας και οικονομίας, ακριβώς γιατί είναι απόδημος.

Οπότε, για να τον προσεγγίσει κανείς, οφείλει να καταβάλει προσπάθεια που να ξεπερνά την απλή απαρίθμηση οργάνων δημόσιας χρηματοδότησης. Και προς το παρόν, η πλατφόρμα «Γέφυρες» αποτυγχάνει σε αυτό τον επικοινωνιακό στόχο.

Έχει αναφερθεί με πολλούς τρόπους στο παρελθόν: Η Ελλάδα πάσχει συχνά από τη νόσο του αδύναμου «brand». Σε αυτή την κατεύθυνση, οι «Γέφυρες» έχουν την καινοφανή ευκαιρία να πρωτοτυπήσουν, εξαίροντας την προοπτική συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και του απόδημου Ελληνισμού.

Και αυτό δεν μπορεί να γίνει επικαλούμενοι απλώς τριετή consortia για απρόσωπες ερευνητικές πρωτοβουλίες με αντάλλαγμα εύκολο και αμφίβολης αξιολόγησης Ευρωπαϊκό χρήμα.

Η προοπτική συνεργασίας Ελλάδας και απόδημου Ελληνισμού πρέπει να παρουσιαστεί ως εξαιρετική (extraordinary) ευκαιρία. Αυτό όμως απαιτεί σοβαρή έρευνα που να καλύπτει εξίσου και τον ιδιωτικό τομέα, παρά την κατεξοχήν δημόσια χρηματοδότηση.

Κάπως έτσι χτίζονται συνεργασίες που μπορούν να δημιουργήσουν πραγματική αξία (value) σε βάθος χρόνου. Και, ίσως, να φέρουν εξειδικευμένο κόσμο πίσω στην Ελλάδα που από το 2010 φεύγει τρέχοντας.

Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι οι εντεταλμένοι της πρωτοβουλίας «Γέφυρες» είχαν διάθεση να ακούσουν. Μπορεί οι τρόποι πειθούς που επιστράτευσαν να μην ταίριαζαν στο προφίλ εξειδικευμένων Ελλήνων και Ελληνίδων επαγγελματιών του εξωτερικού, ωστόσο είναι αδιαμφισβήτητο ότι μία προσπάθεια ειλικρινούς επικοινωνίας έγινε.

Σημείωση: Την ίδια ημέρα και παρόμοια ώρα, το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven, είχε οργανώσει διάλεξη από τον Martin Wolf των βρετανικών Financial Times [2]. Θέμα της ομιλίας ήταν η κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού και επέλαση διαφόρων «zombie» πολιτικών ιδεών.

Ακόμα πιστεύω ότι δεν έχασα το χρόνο μου ανταλλάσσοντας σκέψεις με τις «Γέφυρες» και τους συντελεστές τους. Ελπίζω, εκ του αποτελέσματος, να συνεχίσω να νιώθω έτσι και τους επόμενους μήνες.

[1] https://www.knowledgebridges.gr
[2] https://feb.kuleuven.be/research/economics/ces/MartinWolf

Dimitrios Rodopoulos, PhD

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ